Εισαγωγή στην κινεζική γλώσσα


Η κινεζική είναι μια γλώσσα ιδιαίτερη με «μυστικά» που δύσκολα μπορούν να αποκρυπτογραφηθούν. Ο σπουδαστής της γλώσσας αυτής έχει να διαχειριστεί ιδεογράμματα, να εξοικειωθεί με την έλλειψη αλφαβήτου, να ανακαλύψει τη γραμματική και να αναπτύξει σκέψη συνδυαστική και πολυσύνθετη.
Τα αρχαιότερα ίχνη γραφής στην κινεζική, εντοπίζονται χαραγμένα σε όστρακα και οστά, και χρονολογούνται γύρω στο 1.700-1.046 π.Χ, την εποχή της δυναστείας Σανγκ. Χωρίς να συνυπολογίσει κάποιος τις πολυπληθείς κινέζικες κοινότητες του εξωτερικού, η κινεζική ομιλείται από ένα 1.3 δις ανθρώπους εντός Κίνας. Αποτελεί την επίσημη γλώσσα της Σιγκαπούρης και της Ταιβάν, ενώ συγκαταλέγεται στις πέντε επίσημες γλώσσες του ΟΗΕ. Η εμπορική και
οικονομική άνθιση της Κίνας είναι αδιαμφισβήτητη, παρόλα αυτά η μελέτη της στο δυτικό κόσμο παραμένει «συγκρατημένη» και η αντίστοιχη βιβλιογραφία ελλιπής. Αυτό καθιστά κάθε σοβαρή προσπάθεια προσέγγισης των γραμματικών και συντακτικών της δομών αδήριτη ανάγκη.
Με 50.000 καταγεγραμμένα ιδεογράμματα, ακόμα και αν για το βασικό επίπεδο συνεννόησης απαιτούνται γύρω στις 3.000-4.000 ιδεογράμματα, τόσο ο δάσκαλος όσο και ο μαθητής χρειάζονται ένα εγχειρίδιο, το οποίο όχι απλά να αποτελεί μια κινέζικη γραμματική, αλλά να συμπεριλαμβάνει αντιστοιχίες με την ελληνική γραμματική και σύνταξη. Το συγκεκριμένο έργο έρχεται με τρόπο εύπεπτο και φιλικό προς τον φοιτητή για να δώσει απαντήσεις σε κοινά
ερωτήματα της κινεζικής, να ταξινομήσει γλωσσικά φαινόμενα και να καλύψει εκπαιδευτικές αδυναμίες και ελλείψεις.
Επίσης, η κινεζική γλώσσα παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία, λόγω των δέκα περίπου επικρατέστερων διαλέκτων της με επίσημη, βέβαια, τα μανδαρίνικα (putonghua-standard chinese) που βασίζονται στην διάλεκτο του Πεκίνου και τα οποία είναι υποχρεωμένοι να διδάσκονται οι Κινέζοι από το βοριότερο ως το νοτιότερο άκρο της χώρας. Τη δεκαετία του ’50, σε μια προσπάθεια να μειωθούν τα ποσοστά αναλαφαβητισμού, τα οποία ξεπερνούσαν το 50%, έλαβε χώρα μια οργανωμένη προσπάθεια απλοποίησης των πιο κοινών χαρακτήρων.
Αντίθετα, άλλες διάλεκτοι, όπως τα καντονέζικα, μια διάλεκτο του Νότου και η οποία αποτελεί την επικρατέστερη διάλεκτο μετά τα μανδαρίνικα, διατήρησαν την παλιά και πιο πολύπλοκη γραφή, καθιστώντας τη μελέτη τους εξαιρετικά δύσκολη. Την ίδια περίοδο και πιο συγκεκριμένα το 1958, υιοθετήθηκε ένα φωνητικό, με λατινικούς χαρακτήρες, σύστημα γραφής, το pinyin, ώστε να διευκολυνθεί η αποκωδικοποίηση των ιδεογραμμάτων, χωρίς να μπορεί ωστόσο να
«βάλει τάξη» στο χάος των ομόηχων και παραπλήσιων σε ανάγνωση χαρακτήρων.
Η ιστορική ανάλυση της γλώσσας μπορεί και να μεγεθύνει τις ιδιομορφίες και δυσκολίες της.
Αυτό, όμως, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ο σπουδαστής δεν μπορεί να φτάσει σε υψηλό επίπεδο προφορικών και γραπτών δυνατοτήτων. Εγχειρίδια σαν το συγκεκριμένο αποδεικνύουν, χωρίς καμία αμφιβολία, πως μπορούν να διευκολύνουν αποτελεσματικά τη μελέτη της κινεζικής και να την καταστήσουν πολύ πιο εύκολη και ενδιαφέρουσα.

Από το βιβλίο «Κινεζική Γραμματική στα Ελληνικά»,  Φένια Παπακοσμά, Eκδόσεις Perugia

Μαρία Κωστοπούλου

Kαθηγήτρια κινεζικής στο Διδασκαλείο Ξένων Γλωσσών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Από το 2013, εργάζεται ως συνεργάτιδα–καθηγήτρια στο e-learning του Πανεπιστημίου Πειραιώς και διδάσκει «Εισαγωγή στην Οικονομία
και Επιχειρηματική Εθιμοτυπία της Κίνας» και «Εισαγωγή στην Κινέζικη Γλώσσα».