ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ


ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ / ИСТОРИЯ ПРОИСХОЖДЕНИЯ РУССКОГО ЯЗЫКА

Η ρωσική γλώσσα ανήκει στην ανατολική υποομάδα των Σλαβικών γλωσσών – ενός κλάδου της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας. Η ιστορία της ρωσικής γλώσσας χρονολογείται από τον 10ο αιώνα μ.Χ. Είναι απόγονος της αρχαίας πρωτοσλαβικής, γλώσσας που μιλιόταν από όλους τους Σλάβους και δεν είχε γραφή. Το αλφάβητο για τους Σλάβους δημιουργήθηκε από τους δύο Έλληνες ιεραπόστολους- αδελφούς μοναχούς Κωνσταντίνο (μοναστικό όνομα Κύριλλος) και Μεθόδιο. Μαζί με την γραφή δημιουργήθηκε και μια καινούρια γλώσσα, που αργότερα πήρε την ονομασία «εκκλησιαστική». Στην γλώσσα αυτή μεταφράστηκαν όλα τα θρησκευτικά κείμενα, αλλά και τα σημαντικότερα αριστουργήματα του Βυζαντινού πολιτισμού. Κατά την περίοδο από τον 10ο ως τον 15ο αιώνα η ελληνική γλώσσα ασκούσε μεγάλη επίδραση στην ρωσική ως αποτέλεσμα της οποίας πήρε πολλά ελληνικά δάνεια. Ο μεγάλος Ρώσος ποιητής Πούσκιν θα πει αργότερα: «Η ελληνική γλώσσα χάρισε στην σλαβική τους νόμους της δικής της καλομελετημένης γραμματικής, τους θαυμάσιους τρόπους της, την μεγαλόπρεπη ροή του λόγου, με άλλα λόγια, την υιοθέτησε απαλλάσσοντάς την έτσι από τις αργές χρονοβόρες βελτιώσεις». Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή της έπαιξε ο μεγάλος Ρώσος διαφωτιστής και επιστήμονας Λομονόσωφ (1711 – 1765), ο οποίος «νομιμοποίησε» την χρήση της ρωσικής στην λογοτεχνία και στα γράμματα. Το μεγάλο κατόρθωμα της δημιουργίας της σύγχρονης ρωσικής γλώσσας έγινε στην αρχή του 19ου αιώνα από τον μεγάλο Ρώσο ποιητή Αλεξάντρ Πούσκιν. Κατάφερε να εκσυγχρονίσει την γλώσσα, να την απαλλάξει από τα γραμματικά και λεκτικά μέσα που καθυστερούσαν την ανάπτυξή της. Από την εποχή του Πούσκιν η γλώσσα σταθεροποιείται και καθορίζονται οι γραμματικοί και συντακτικοί κανόνες της. Στο τέλος του 19ου αιώνα η ρωσική γλώσσα και λογοτεχνία ζουν την ακμή τους με τους μεγάλους συγγραφείς, τον Τολστόι, τον Ντοστογιέφσκι και τον Τσέχωφ, να δημιουργούν τα γνωστά σε όλον τον κόσμο αριστουργήματά τους. Τον 20ο αιώνα η ρωσική γλώσσα ως γλώσσα μιας υπερδύναμης, της Σοβιετικής Ένωσης, απέκτησε τεράστια πολιτική σημασία και εξαπλώθηκε σε όλες τις Δημοκρατίες της Ένωσης, λειτουργώντας ως ενοποιητική επίσημη γλώσσα. Η ρωσική γλώσσα χρησιμοποιεί το κυριλλικό αλφάβητο, αποτελείται από 33 γράμματα, τα περισσότερα από τα οποία μοιάζουν με τα αντίστοιχα ελληνικά. Έχει πολύ αναπτυγμένο σύστημα κλίσης, καθώς διαθέτει πτωτικό σύστημα με έξι πτώσεις στον ενικό και στον πληθυντικό αριθμό. Γενικώς η σύνταξη και η μορφολογία της παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα με την αρχαία ελληνική και για αυτό η ρωσική μπορεί να θεωρηθεί ως ιδανική γλώσσα για τους Έλληνες σπουδαστές. Είναι η περισσότερο ομιλούμενη από τις Σλαβικές γλώσσες, η πιο διαδεδομένη γεωγραφικά γλώσσα της Ευρασίας, και η πέμπτη σε σειρά μητρική γλώσσα στην Ευρώπη. Ο αριθμός των ομιλητών της ως μητρικής ανέρχεται στα 167 εκατομμύρια, και ακόμα 110 εκατομμύρια την μιλούν ως δεύτερη γλώσσα. Είναι μία από τις έξι επίσημες και ενεργές γλώσσες του ΟΗΕ, καθώς και των περισσότερων άλλων διεθνών οργανισμών. Τα ρωσικά-γλώσσα του μέλλοντος Όταν μαθαίνουμε μια καινούρια γλώσσα, ανοίγουμε το μυαλό και την καρδιά μας, γινόμαστε πιο πλούσιοι και πιο ελεύθεροι, αγγίζουμε την ιστορία και την νοοτροπία ενός λαού. Γιατί όμως ένας Έλληνας να επιλέξει από την μεγάλη και ζωντανή παλέτα των γλωσσών του κόσμου την ρωσική γλώσσα; Η ιστορική αναδρομή των σχέσεων Ελλάδας και Ρωσίας αποδεικνύει ότι οι δυο λαοί δεν μπορούν να θεωρηθούν ξένοι μεταξύ τους. Η καρδιά της Ορθοδοξίας στην Ρωσική επικράτεια άρχισε να χτυπά στο Κίεβο το 988 μ.Χ., όταν ο ηγεμόνας του Κιέβου Βλαδίμηρος για πολιτικούς λόγους, νυμφεύθηκε την πριγκίπισσα Άννα, αδελφή των Αυτοκρατόρων του Βυζαντίου Βασιλείου του Α΄ και Κωνσταντίνου του Γ’. Οι διάδοχοι του Βλαδίμηρου συνέχισαν την τακτική του και οι γάμοι μεταξύ Ρώσων ηγεμόνων και Βυζαντινών πριγκιπισσών, που δεν ήταν σπάνιοι, συνέσφιγγαν πραγματικούς αδελφικούς δεσμούς. Κατά την διάρκεια πολλών αιώνων δεν αποδυναμώνονται οι ιστορικές, πολιτιστικές και επιστημονικές ελληνορωσικές σχέσεις. Από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου (1689-1725) η Ρωσία καθίσταται ισχυρή ευρωπαϊκή δύναμη και ο κυριότερος αντίπαλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κοινή θρησκευτική πίστη αποτελούσε το έδαφος για την διεκδίκηση εκ μέρους της Ρωσίας της αναγνώρισής της ως «προστάτιδας» των ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα χρόνια της Αικατερίνης Β’ (1762-1796). Τότε αποφασίστηκε και η δυναμική παρουσία του ρωσικού στόλου στην Μεσόγειο και ιδίως στο Αιγαίο. Την παράδοση της ενίσχυσης των ελληνορωσικών σχέσεων συνέχισε ο κόμης Ιωάννης Καποδίστριας, Έλληνας διπλωμάτης και πολιτικός, που διετέλεσε πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας κατά την μεταβατική περίοδο (1827) και νωρίτερα Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Σημαντικός υπήρξε και ο ρόλος του Πολεμικού Ναυτικού της Ρωσίας στην μάχη για την ελληνική ανεξαρτησία στο Ναυαρίνο που έγινε στις 20 Οκτωβρίου του 1827, κατά την διάρκεια της ελληνικής επανάστασης (1821-1829) στην δυτική ακτή της χερσονήσου της Πελοποννήσου (Ιόνιο Πέλαγος), όταν σε κρίσιμη στιγμή της ναυμαχίας μπήκε στο λιμάνι ο ρωσικός στόλος με οκτώ πλοία. Ο κεντρικός παράγοντας που καθόρισε την επέμβαση του Ρωσικού Πολεμικού Ναυτικού στην ελληνική σύγκρουση ήταν οι φιλοδοξίες της Ρωσίας να επεκταθεί στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η συναισθηματική υποστήριξή της για τους συντρόφους-ορθόδοξους χριστιανούς Έλληνες, οι οποίοι είχαν επαναστατήσει εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας το 1821. Ανεκτίμητο έργο στην ανάπτυξη των ελληνορωσικών σχέσεων πραγματοποίησε η Μεγάλη Δούκισσα Όλγα, ανηψιά του τσάρου Αλεξάνδρου Β’, εγγονή του αυτοκράτορα Νικολάου Α’ και Βασίλισσα των Ελλήνων μετά την απόκτηση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας τον ΧΙΧ αιώνα. Ο γάμος του Βασιλιά των Ελλήνων Γεωργίου Α’ με την Μεγάλη Δούκισσα Όλγα πραγματοποιήθηκε στην Αγία Πετρούπολη τον Οκτώβριο του 1867 και ενίσχυσε τις διπλωματικές σχέσεις της Ελλάδας και της Ρωσίας φέρνοντας τους δύο λαούς πιο κοντά. Την θυμούνται στην Ελλάδα για μεγάλες δοξασμένες πράξεις: η Βασίλισσα των Ελλήνων Όλγα άνοιξε ένα νοσοκομείο και ένα γηροκομείο στην Αθήνα, ναυτικό νοσοκομείο και νεκροταφείο στον Πειραιά, όπου και θάφτηκαν πολλοί ήρωες της Επανάστασης. Η Ρωσία παραμένει για την Ελλάδα συνέταιρος στρατηγικής σημασίας και στις μέρες μας. Σήμερα οι μελλοντικές προοπτικές των ελληνορωσικών εμπορικών και οικονομικών σχέσεων ανοίγουν καινούργιους ορίζοντες. Η πεποίθηση ότι οι δεσμοί Ρωσίας και Ελλάδας θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται σε όλους τους τομείς και θα δώσουν μια νέα ώθηση στην ιστορική παράδοση καθιστά ολοένα και περισσότερο την ρωσική σε γλώσσα υψηλού ενδιαφέροντος για τους Έλληνες.

Από την Ρωσική Γραμματική στα Ελληνικά, Τατιάνα Μπορίσοβα – Εκδόσεις Perugia.